
H Bιβλιοθήκη του Aδριανού |
|
 |
O όρος «ελληνικός χώρος», για το 18ο αιώνα
έως και την ίδρυση
του ελληνικού κράτους, ήταν γεωγραφικά ασαφής.
Δεν είχε γεωγραφικά όρια, δεν ήταν στεγανός. Στο 18ο αιώνα,
ο ελλαδικός χώρος ανήκε, ταυτόχρονα, στον ευρύτερο βαλκανικό
και στο περισσότερο ευρύ τμήμα της ανατολικομεσογειακής περιοχής.
Στις αρχές του 19ου αιώνα κυρίως, ο ελλαδικός χώρος απέκτησε
εθνικό χαρακτήρα χάρη στις εμπορευματικές σχέσεις και στη
συμμετοχή των Ελλήνων στο διεθνές εμπόριο.
|
|
Από γεωγραφική άποψη θα μπορούσε να ταυτιστεί περίπου με τα εδάφη
της σημερινής επικράτειας, παρ' όλο που το ελληνικό στοιχείο είχε
έντονη οικονομική παρουσία και σε άλλες περιοχές, στα παράλια της
Μικράς Ασίας, του Εύξεινου Πόντου και σε ελληνικές παροικίες στο
βαλκανικό χώρο και σε πόλεις της Ευρώπης.
Το 1669, η Κρήτη κατακτήθηκε από τους Τούρκους και η Πελοπόννησος,
μετά από τριάντα χρόνια Eνετοκρατίας, 1685-1715, ξαναπέρασε στα
χέρια των Τούρκων, όπου και παρέμεινε έως το 1821.
Οι πληθυσμοί της Στερεάς Ελλάδας, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας, της
Βόρειας Ελλάδας και του Αιγαίου βρίσκονταν κάτω από την οθωμανική
κυριαρχία. Το ίδιο ίσχυε και για τους ελληνικούς πληθυσμούς, οι
οποίοι αλλού παρουσιάζονταν συμπαγείς και αλλού σποραδικοί, στην
Κωνσταντινούπολη, στη Μικρά Ασία και στον Πόντο, δηλαδή στο χώρο
που συνολικά ονομάστηκε η καθ' ημάς Ανατολή.
Παράλληλα, κατά το τέλος του 17ου
αιώνα, ολόκληρο τον 18ο και τις αρχές του 19ου οι Έλληνες
μετανάστευαν. Κίνητρο για τις μεταναστεύσεις στάθηκαν οι δύσκολες
συνθήκες επιβίωσης και η ελπίδα για καλύτερες, οι διώξεις
μετά από δυσμενείς εξελίξεις πολιτικών ή στρατιωτικών γεγονότων,
και κυρίως το εμπόριο.
|
Ελληνικές παροικίες δημιουργήθηκαν την εποχή
αυτή στην κεντρική Ευρώπη -την Ιταλία και την Κορσική, την
Αυστρία, την Ουγγαρία, τη Γερμανία, την Πολωνία-,στη βόρεια
Βαλκανική -τη Βουλγαρία και τη Σερβία, τη Μολδαβία και τη
Βλαχία- και στην κεντρική και αργότερα στη νότια Ρωσία. Αναπτύχθηκαν
στα κέντρα αυτών των περιοχών ελληνικές παροικίες που σύντομα
οργανώθηκαν σε κοινότητες. Μικρότερες παροικίες σχηματίστηκαν
και αλλού, όπως στην Αγγλία, Γαλλία και Ολλανδία.
Έλληνες έφτασαν και στην Αίγυπτο, στην Ινδία και στην Αμερική.
Οι παροικίες όμως αυτές αναπτύχθηκαν μετά την Ελληνική Επανάσταση.
|
 |

Tο λιμάνι του Φαλήρου |
|
Οι ελληνικές παροικίες κράτησαν
τη συνοχή τους μέσα στο χρόνο, ιδρύοντας σχολεία και εκκλησίες.
Εκτός από τη Βενετία, και τις άλλες ιταλικές πόλεις, εκτός
από τη Βιέννη, το Βουκουρέστι και το Ιάσιο, στα πανεπιστήμια
της Γαλλίας και της Ολλανδίας φοίτησαν πολλοί Έλληνες, που
γυρίζοντας στην πατρίδα τους έγιναν φορείς του ευρωπαϊκού
πνεύματος. Ακόμα, οι έμποροι των παροικιών μερίμνησαν για
την παιδεία του ελληνισμού, χρηματοδοτώντας την ίδρυση σχολείων
και τη δημιουργία βιβλιοθηκών στις ιδιαίτερες πατρίδες τους.
Με αυτό τον τρόπο, συνέβαλαν ουσιαστικά στην αφύπνιση των
υπόδουλων Ελλήνων.
|
Προβλήματα παρουσιάζει και η αποτύπωση
της συνολικής εικόνας του ελληνικού πληθυσμού.
Από τις έρευνες των ιστορικών που βασίζονται σε πρωτογενείς
πηγές, αλλά και σε υποθέσεις εργασίας, προέκυψαν στοιχεία
που χρησιμοποιούνται έως σήμερα. Ο Γερμανός ιστορικός Leopold
Ranke (1795-1886), για παράδειγμα, υπέθεσε ότι ο πληθυσμός
της Πελοποννήσου πριν από τα τέλη του 17ου αιώνα ήταν περίπου
250.000, υπολογισμός στηριγμένος στο ποσό που πλήρωνε η Πελοπόννησος
στην Υψηλή Πύλη. Πριν από την Επανάσταση, γύρω στο 1790, οι
Έλληνες υπολογίστηκαν σε 1.920.000 από το Γάλλο πρόξενο στη
Θεσσαλονίκη, Felix Beaujour (1765-1836).
|

Λάρισα |
|
 |
Πηγές άντλησης στοιχείων για το χώρο, τους
ανθρώπους, την κοινωνική τους
συγκρότηση και τις δραστηριότητές τους αποτελούν τα αρχεία
των κοινοτήτων της Τουρκοκρατίας, τα αρχεία μητροπόλεων, μοναστηριών
και ναών, η εμπορική
αλληλογραφία, καθώς και η αλληλογραφία των ξένων προξένων
που είχαν εγκατασταθεί στα νησιά και στις παραθαλάσσιες εμπορικές
πόλεις, από όπου έστελναν αναφορές στις κυβερνήσεις τους.
Τα κείμενα με τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις των περιηγητών είναι
πηγή πληροφόρησης για τις πραγματικότητες που αυτοί παρατηρούσαν,
είτε πρόκειται για την κατάσταση των αρχαιοτήτων, είτε για
το σύγχρονό τους τοπίο, τους ανθρώπους και τον καθημερινό
τους βίο. |
| Η εικονογράφηση που συνόδευε τα
περιηγητικά κείμενα, άλλοτε πιστή και άλλοτε φανταστική, αποτελεί
τη μοναδική εικαστική αποτύπωση του χώρου και των ανθρώπων
της εποχής. Αποτελεί όμως, ταυτόχρονα, και πηγή πληροφόρησης
για τους ίδιους τους περιηγητές και την εποχή τους. |
|
|